
Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας για το βιβλίο του Αριστείδη Τσοτρούδη: "Η μεγάλη συμφορά της Λήμνου"
Ως ατμίς δρόσου
Ως μαθητής στο Γυμνάσιο της Μύρινας τα έτη 1966-1972, πέρασα άπειρες φορές από την αγορά, μπροστά από το χώρο του παλιού κινηματογράφου, όπου είχαν βρει το θάνατο από πυρκαϊά, το 1939, δεκάδες άνθρωποι.
Ήταν ένα περιφραγμένο οικόπεδο, με κυπαρίσσια και άγρια χόρτα, απεριποίητο, σε οικτρή ατημελησία, εγκαταλελειμμένο και σκιερό, με ένα γρανιτένιο τύμβο στη μέση, το μόνο κενό, αφού κολλητά του υπήρχαν μαγαζιά, που απέπνεε φόβο και δέος. Σου έδινε ωστόσο την εντύπωση μιας αθέατης παρουσίας, σαν να μην είχε σβήσει ο θρους των βημάτων των άτυχων νεκρών. Τα τελευταία χρόνια, ο χώρος έχει καθαριστεί και έχει κτιστεί ένα εκκλησάκι προς τιμήν των νεκρών, κάθε φορά δε που περνώ βλέπω να μπαίνουν άνθρωποι για να ανάψουν ένα κερί. Για τις συνθήκες θανάτου και τις λοιπές λεπτομέρειες του ατυχήματος, δεν γνώριζα τίποτα απολύτως. Ομολογώ ότι δεν είχα φροντίσει να μάθω, αλλά ούτε είχα ακούσει ποτέ από κάποιον Μυριναίο ή γενικά Λημνιό, οποιαδήποτε αναφορά. Σαν να απέφευγαν να μιλήσουν γι’ αυτό. Ήταν ένα συλλογικό ενοχικό σύμπλεγμα, αδικαιολόγητο ίσως, αλλά υπαρκτό και αναμενόμενο σε τέτοιες καταστάσεις; Ήταν ένας ψυχολογικός μηχανισμός απώθησης, για άμυνα και προστασία; Ποιος ξέρει. Οι ζωντανοί όσο κι αν ψάχνουν δεν βρίσκουν τρόπο να αναμετρηθούν με την απουσία. Το βέβαιο είναι ότι ο μεγάλος πόνος θέλει καιρό για να κατακάτσει, να χωνευθεί, να εγκολπωθεί και να ονοματισθεί.
Απόλυτη άγνοια και σιωπή λοιπόν, ώσπου διάβασα το βιβλίο του Αριστείδη Τσοτρούδη. Ο συγγραφέας – οδοντίατρος Αριστείδης Τσοτρούδης, μια πολυσύνθετη και δραστήρια προσωπικότητα, εξέδωσε αυτό το βιβλίο στο αποκορύφωμα της ωριμότητάς του. Εργάσθηκε σκληρά για πολύ καιρό συλλέγοντας πρωτογενές υλικό, προσπαθώντας να αποκαλύψει όλες τις σκεπασμένες απ’ το χρόνο πτυχές μιας τραγωδίας. Λειτούργησε σαν ένας παθιασμένος ερευνητής στην υπηρεσία της κοινωνίας. Ασχολήθηκε με ένα ζήτημα δύσκολο όσο και σκοτεινό, με το θάρρος παράτολμου ιστορικού και την αγωνία ενός πιονέρου. Σκαλίζοντας μέσα στα αποκαΐδια της συμφοράς έφερε στην επιφάνεια το ζοφερότερο ίσως συμβάν στην ιστορία της Λήμνου. Έψαξε να βρει την αλήθεια, κάτω από το πέπλο της συσκότισης. Ζωντάνεψε την τεταριχευμένη νεκρή μνήμη των Λημνιών. Και ζωντάνεψε την καρδιά των αθώων θυμάτων. Άκουσε αυτή την καρδιά, που παραπονιόταν δεκαετίες. Η καρδιά για να μην εναντιωθεί την ώρα της κρίσης πρέπει να είναι ζωντανή. Άκουσε το γόο της σαν αρχαίος ιερέας Αιγύπτιος: «Καρδιά μου που σε κληρονόμησα από η μάνα μου, μη με προδώσεις». Πού να έκρυβαν όμως την ευαίσθητη και ανοχύρωτη καρδιά τους, πώς να την προφύλασσαν από τα πύρινα μάτια του Ηφαίστου, που πετούσαν φλόγες; Στη μαντήλα της μάνας τους δε θα έψαχνε κανείς, αλλά η μάνα τους δεν μπορούσε να βοηθήσει μέσα στον όλεθρο. Ο συγγραφέας έχει το χάρισμα της μεταφοράς στον αρχαίο χρόνο. Βρήκε άθικτο το φοβερό σκηνικό. Έψαυσε τους τοίχους και τα παράθυρα του παλιού τζαμιού - κινηματογράφου, τα οποία του αφηγήθηκαν μικρές και μεγάλες ιστορίες. Άκουσε τις φωνές των νεκρών, συνομίλησε μαζί τους, τους ανέσυρε στον ήλιο και τους πρόσφερε τα μαγικά ψηφία για να διεκδικήσουν την αιωνιότητα. Συνομίλησε με τους τραυματίες και τους συγγενείς και μαλάκωσε το πληγωμένο είναι τους από τις αλγηδόνες.
Παρ’ όλο που η παρουσία του θανάτου σχεδόν σε όλο το βιβλίο, ως οριστικού και ακατάλυτου τέλους, είναι δυναστική, οι εικόνες του δεν μπορούν να βάλουν εντελώς στην άκρη τις εικόνες της ζωής, αφήνεται μια χαραμάδα διαφυγής, επιτρέπεται μια έστω ιδιότυπη ανάσα αισιοδοξίας. Ο χαμός παραμένει πάντα ρήτρα του ακατανόητου, γι’ αυτό η ζωή προχωρεί και ποτέ δεν ισοδυναμεί με τα συμβεβηκότα της. Η ζωή παρατείνεται πάση θυσία, από πανάρχαιο ένστικτο. Η ελπίδα δεν σβήνει λαμβάνοντας διάφορες όψεις.
Ο Αριστείδης Τσοτρούδης ανέλαβε το βάρος της ανάσυρσης της μνήμης και της υπεράσπισης των αθώων. Μας υπέδειξε ότι όλοι μαζί οι Λημνιοί πρέπει να συμμετέχουμε στην ανάκτηση αυτής της μνήμης κι αυτής της υπεράσπισης. Μας έβαλε στη χρονοκάψουλα και μας έκανε πιο σοφούς. Ο συγγραφέας ζει σε μια έκσταση, σε μια ιερή μέθη, που τη μεταδίδει και στον αναγνώστη. Το λεξιλόγιό του εναρμονίζεται πολλές φορές με το λεξιλόγιο της εποχής εκείνης, μάλλον ηθελημένα και το αποτέλεσμα είναι έξοχο. Επιλέγει τους φορτισμένους επιθετικούς προσδιορισμούς. Δεν αναζητεί τα περασμένα σαν μια σειρά άψυχων νευμάτων, αλλά ταυτίζεται μαζί τους διά της συμπαθείας. Αυτή είναι και η βαθύτερη συγκίνηση της ανάκλησης.
Το εφιαλτικό σκηνικό μετατρέπεται από τη μεγάλη δεξιοτεχνία του σε ονειρικό - ψυχεδελικό πεδίο, όπου βασιλεύει παραδείσια αρμονία και καταλλαγή. Ο συγγραφέας προσεύχεται ως ασκητής με μαύρο τρίβωνα και προσφέρει άρτο, ύδωρ, μνήμες και αγάπη υπό μορφήν λέξεων. Το βιβλίο επιφέρει την κάθαρση, κατά την αρχαιοελληνική έννοια της λέξης, σε μια τραγωδία, που ανέμενε υπομονετικά το τέλος της για δεκαετίες.
Φωτογραφία: Σταύρος Τραγάρας
Πηγή
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου